Γεια σας,

Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μια προσωπική μου εμπειρία: πρόκειται για την πρώτη μου ανάβαση σε βουνό, στον Όλυμπο. Η συγκεκριμένη εμπειρία με έφερε αντιμέτωπη με τον εαυτό μου. Σκέψεις και συμπεριφορές της καθημερινότητας που με έχουν διαμορφώσει έπρεπε και αυτές να κάνουν μαζί μου τη δική τους ανάβαση. Αυτή η
εμπειρία μου πρόσφερε πλούσιο υλικό και βοήθησε το δικό μου θεραπευτικό ταξίδι. Ως θεραπευόμενη κατάφερα να να εξελιχθώ.

Γιατί να σας τα διηγηθώ όλα αυτά;

Η προσωπική ανάπτυξη, όντας ψυχοθεραπεύτρια, είανι για μένα μία συνεχής διαδικασία που αποτελεί ένα βασικό εργαλείο στην επαγγελματική μου ζωή. Βέβαια, η προσωπική ανάπτυξη και η αυτογνωσία είναι μία βαθύτερη ανάγκη που προυπήρχε της επιλογής του επαγγέλματος.

Η διαδικασία της ψυχοθεραπείας και το αποτέλεσμα που μπορεί να επιφέρει φαίνεται μέσα από την καθημερινότητα του κάθε θεραπευόμενου. Η ψυχοθεραπεία δεν έχει μαγικό ραβδί για να μπορεί να αλλάζει τις καταστάσεις, δεν έχει μαντικές ικανότητες για να διαβάζει το παρελθόν και το μέλλον. Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία προσπαθεί να ενισχύσει την συναισθηματική και γνωστική επαφή του ανθρώπου με τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτή η επίγνωση θα οδηγήσει το άτομο να αναγνωρίσει κομμάτια του Εαυτού του, να αρχίσει να δρα με γνώμονα τις δικές του αξίες και πεποιθήσεις, ώστε να αντιμετωπίσει τις συνθήκες της ζωής με έναν δικο του τρόπο. Από τη μέρα που γεννιόμαστε έρχομαστε σε επαφή με άλλους: γονείς, δασκάλους, φίλους, συνεργάτες, αγνώστους. Ταυτόχρονα, ερχόμαστε αντιμέτωποι και με το φυσικό περιβάλλον, που μπορεί να ασκήσει ιδιαίτερη επιρροή πάνω μας και μέσα μας. Οι διαφορετικοί «κόσμοι» που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε έχουν τη δυνατότητα να μας επηρεάσουν σε έναν βάθμο δυναμικό. Μέσα από αυτή τη δυναμική διαμορφώνουμε τους εαυτούς μας. Διαμορφώνουμε στάσεις και συμπεριφορές, αποκτώντας διάφορες ιδιότητες, ανάλογα με τον ποιον έχουμε απέναντι μας, αλλά και το που βρισκόμαστε. Το «καλό παιδί» απέναντι στο γονιό, η «αντιδραστική έφηβη» ανάμεσα σε φίλους, ο «ήρεμος» στον εργασιακό χώρο,η «δυνατή» μάνα για τα παιδιά, ο «ανθεκτικός» στα προβλήματα και άλλοι πολλοί «χαρακτήρες» που έχουμε μέσα μας και διαμορφώνουμε, ανάλογα με τις συνθήκες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας.

Η δική μου λοιπόν «θεραπευόμενη» πλευρά θέλησε να μοιραστεί μαζί σας μια προσωπική της εμπειρία. Είναι λοιπόν η ανάγκη που μου υπενθυμίζει ότι είμαι «ψυχοθεραπεύτρια» στο επάγγελμα αλλά και «θεραπευόμενη – μαθήτρια» στη ζωή μου, ο λόγος που μοιράζομαι αυτήν την εμπειρία με εσάς.

Αν θέλεις να μάθεις περισσότερα για τις «διαμορφώσεις του Εαυτού» μπορείς να διαβάσεις το Διαμορφώσεις του εαυτού και τι εξυπηρετούν. Μια προσωποκεντρική προσέγγιση

Η εμπειρία που ακολουθεί είναι καταγεγραμμένη υπό το πρίσμα της δικής μου επαφής με τον συναισθηματικό μου κόσμο και τα προσωπικά μου όρια.
Δεν είναι τρόπος ανάβασης, είναι καταγραφή εμπειρίας.

Ξεκινώντας….

Ήταν καλοκαίρι του 2019 όταν με πήρε μια φίλη μου τηλέφωνο και μου πρότεινε να ανέβουμε στον Όλυμπο, το ψηλότερο βουνό της Ελλάδος. Έτυχε να είχα δει τη συγκεκριμένη ανάρτηση πριν λίγους μήνες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και τότε είχα σκεφτεί ότι η ανάβαση στα βουνά είναι μια μεγάλη ταλαιπώρια. Την ίδια μέρα επικοινώνησε μαζί μου ένας γνωστός μου και μου πρότεινε και εκείνος να ανέβουμε στον Όλυμπο με μια παρέα φίλων. Οι 2 διαφορετικές προσκλήσεις ήταν για την ίδια ημερομηνία, περίπου μετά από μία εβδομάδα.

Σε αυτό το σημείο να σας πω ότι το 2019 η φυσική μου κατάσταση δεν ήταν στα καλύτερα της. Για κάποια χρόνια είχα ασχοληθεί ερασιτεχνικά με τον αθλητισμό και είχα μία καλή φυσική κατάσταση, που όμως είχε αρχίσει να φθίνει λόγω αποχής των τελευταίων μηνών. Η εμπειρία μου στα βουνά περιοριζόταν σε πεζοπορίες για αρχάριους και κυρίως σε δραστηριότητες που δεν απαιτούσαν περπάτημα.

Παρόλα αυτά, δέχτηκα την πρόταση της φίλης μου. Εκείνη μετά από 2-3 μέρες μου ανακοίνωσε ότι δεν μπορεί τελικά να έρθει, αλλά είχα απόφασίσει να πάω. Διάνυα ένα θλιβερό καλοκαίρι, χρειαζόμουν κάτι να ξεφύγω. Είχα πειστεί ότι οι πολλές προσκλήσεις είχα για τον Όλυμπο δεν ήταν τυχαίες και ίσως έπρεπε να ανταποκριθώ στο κάλεσμα του. Αποφάσισα να πάω μόνη μου με την ομάδα και όχι με την φιλική παρέα.

Βάσει της τωρινής μου εμπειρίας, θα με είχα αποτρέψει από αυτό το εγχείρημα. Θα σας εξολογηθώ ότι αν βρισκόταν κάποιος να μου πει τότε ότι δεν ήμουν έτοιμη σωματικά για κάτι τέτοιο θα τον είχα αγνοήσει. Βλέπετε, υπάρχουν στιγμές που η απόψη που έχουμε για τον εαυτό μας μπορεί να είναι υπερεκτιμημένη, φυσικά και το αντίθετο. Για μένα ήταν η στιγμή που το αλαζονικό μου κομμάτι, η «αλαζόνας», υπερεκτίμησε τις δυνάμεις μου και υποτίμησε το βουνό.

Ακόμα και σήμερα με ξαφνιάζει η δύναμη που είχε η «αλαζόνας» μέσα μου και δεν ξέρω με σιγουριά τι σκέφτηκε για να με κάνει να πάρω αυτή την απόφαση. Ίσως να ήταν η περιέργεια για κάτι καινούργιο ή η ανάγκη για φυγή. Μπορεί να ήταν και τα δύο ή και κάτι άλλο. Για αρκετό διάστημα δεν μπορούσα να καταλάβω τη λογική μου πίσω από αυτή την απόφαση. Δεν ήταν μόνο η απόφαση να πάω, ήταν και η αλλαγή στην πεποίθηση μου ότι μια τέτοια ανάβαση στη μέση του καλοκαιριού θα ήταν σκέτη ταλαιπωρία. Δεν είχα προπονηθεί καθολού, δεν είχα φυσική κατάσταση για αυτό το εγχείρημα, δεν είχα εμπειρία από αναβάσεις,δεν είχα κοιμηθεί ποτέ σε καταφύγιο.Τώρα που αναπολώ ξανά εκείνη την περίοδο, συνειδητοποιώ ότι δεν σκέφτηκα τίποτα από όλα αυτά. Σκέφτηκα μόνο “σιγά..πόσο δύσκολο να είναι.. εγώ θα ανέβω στον Όλυμπο”

Και έτσι ξεκίνησα….

Ημέρα 1η

Μετά από μια πολύωρη διαδρομή με το πούλμαν φτάσαμε στην περιοχή Πριόνια. Η διάθεση μου ήταν ανεβασμένη. Ένιωθα αποφασισμένη για αυτήν την ανάβαση, είχα ευχάριστη διάθεση και προσμονή για το 3ήμερο που ερχόταν.

Στα Πριόνια ξεκινούσε το μονοπάτι που θα μας οδηγούσε στο καταφύγιο “Αγαπητός”, όπου θα περνούσαμε το πρώτο βράδυ. Πήρα το σακίδιο μου με ότι θεωρούσα απαραίτητο και ξεκίνησα. Από το πρώτο πεντάλεπτο τα πόδια μου «καιγόντουσαν», η πλάτη και οι ώμοι μου πονούσαν.Συνηδητοποίησα ότι το σακίδιο που έχω είναι ακατάλληλο για μια τέτοια πεζοπορία. Το είχα πάρει 2 μέρες πριν χωρίς να ξέρω τεχνικές λεπτομέρειες που θα με διευκόλυναν. Δεν έδενε στη μέση και στο στήθος, κρεμόταν όλο από τους ώμους μου. Κατάλαβα το λάθος της επιλογής μου κοιτάζοντας τα σακίδια των άλλων. Όπως σας είπα, δεν ήξερα από ορειβασία και το χειρότερο, δεν ρώτησα κάποιον πιο έμπειρο να με διαφωτίσει. Βήμα-βήμα ο πόνος αυξανόταν. Άρχισα να συνειδητοποιώ που βρισκόμουν, σε τι σωματική κατάσταση ήμουν και ότι έχω ακόμα 4μησι ώρες ανηφόρα. Είχαν περάσει μόνο 10 λεπτά και υπέφερα. Οι αρνητικές σκέψεις άρχισαν να με κατακλύζουν “δεν είμαι ικανή”, “γιατί είμαι εδώ”, “πόσο πονάω”, “δεν θ’αντέξω”.

Είχα μείνει πίσω, τελευταία, 2-3 άτομα λίγα μέτρα μπροστά μου και το μεγαλύτερο μέρος της ομάδας αρκετά μπροστά. Η σκέψη ότι ήμουν η τελευταία, η πιο αργή, η πιο αδύναμη βάραινε ακόμα πιο πολύ την ήδη βεβαρημένη μου κατάσταση. Δεν μου άρεσαν αυτές οι σκέψεις. Δεν είχα μάθει να είμαι τελευταία, δεν είχα μάθει να με βλέπω αδύναμη. Είχα μάθει να μου λένε “είσαι δυνατό παιδί εσύ, θα τα καταφέρεις, δεν έχεις ανάγκη”. Ένιωθα πολύ άσχημα με τον εαυτό μου, ερχόμουν σε αντίθεση με αυτά που πίστευα και σε αυτά που μου έλεγαν ότι είμαι.

Βαριά η σκέψη, βαριά και τα βήματα. Κάπου κάπου μιλούσαμε με τους προτελευταίους και με χιούμορ σχολιάζαμε την κατάσταση μας.Πίσω από το χιούμορ, κάλυψα τον σωματικό πόνο αλλά και απομυθοποίησα την πεποίθηση ότι θα μου ήταν εύκολη η ανάβαση του Όλύμπου. Που και που με ρωτούσε κάποιος από την ομάδα αν είμαι καλά. Το συγκεκριμένο άτομο θα μπορούσε να ήταν με τους μπροστινούς αλλά μας είπε ότι αυτοί δεν μιλάνε και πάνε πολύ γρήγορα κάτι που δεν του αρέσε. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι ήθελε να ανέβει στον Όλυμπο για να ευχαριστηθεί τη διαδρομή, ήταν κάτι που ήθελε πολύ καιρό. Με τους τελευταίους από την ομάδα μάλλον βρήκε τον δικό του τρόπο να πραγματοποιήσει αυτή την ανάβαση.

Μετά από 2-2μησι ώρες, μου φάνηκαν αιώνας, κάναμε στάση. Επιτέλους έκατσα, επιτέλους έβγαλα την τσάντα από πάνω μου. Οι ώμοι μου είχαν μελανιάσει. Παρόλο που η ταλαιπωρία μου ήταν εμφανής, προσπαθούσα να διατηρώ τη θετική μου διάθεση. Στην προσωπική μου θεραπεία έχω αναγνωρίσει ότι όταν νιώθω την ανάγκη να γκρινιάξω
ή να μουρμουρίσω, βάζω ένα επιπλέον εμπόδιο στην ψυχική μου κατάσταση. Αυτό που κάνω αντί της “γκρίνιας” είναι να προσπαθώ να έχω επίγνωση. Στη συγκεκριμένη κατάσταση προσπάθησα να έχω επίγνωση του σωματικού μου πόνου, επίγνωση της ψυχικής μου κατάστασης και όσο μπορούσα όλα αυτά να τα εκφράζω μέσω του χιούμορ. Πραγματικά με βοήθησε.

Ξεκινώντας ξανά, ο πόνος επανήλθε. Αυτή τη φορά ήξερα τι με περιμένει.Δεν μείωσε τον πόνο αλλά είχα την καλή μου διάθεση και το χιούμορ ως βοήθεια. Συνέχισα να είμαι στο τέλος, μιλούσα με όποιον ήταν εκεί. Σε ένα σημείο μας περίμενε το άτομο που δεν ήθελε να είναι με τους μπροστινούς.

Άντε που είσαι, 20 λεπτά σε περιμένω, πίστεψα ότι τα παράτησες” μου λέει.

Σταματούσα συχνά, έστω λίγα δευτερόλεπτα, γιατί πονούσα. Από εκείνη τη στιγμή γίναμε φίλοι. Κοντοστεκόμουν συχνά, κοιτούσα τα δέντρα, άκουγα τα πουλιά, μύριζα την ατμόσφαιρα, μιλούσαμε, κάναμε πλάκα για το πόσο αργά πάμε, ξανασταματούσα, γελούσα και  τραγουδούσα για να ξεχάσω τον πόνο. Σίγα σιγά άρχισα να παρατηρώ τη διαδρομή, άρχισα να παρατηρώ τον Όλυμπο. Τα αρνητικά συναισθήματα ήταν εκεί, απλά δεν ήταν μόνα τους. Είχαν κάνει χώρο στην «καλή διάθεση». Η «καλή διάθεση» τους έλεγε να προχωρήσουμε. Να προχωρήσουμε με χιούμορ, με πόνο, με αρνητικές σκέψεις, με τραγούδι , με καινούργιες εικόνες και καλή παρέα. Είχα αρχίσει να αντιλαμβάνομαι τι μου προσφέρει το βούνο.

Κάπως έτσι ένα παρεάκι των 2 ατόμων έφτασε με 40 λεπτά καθυστέρηση από την υπόλοιπη ομάδα στο καταφύγιο “Αγαπητός”.

Ημερα 2η

Αν έβαζα τίτλο θα ήταν η “Η στιγμή που τα άλλαξε όλα”.

Ας ξεκινήσουμε όμως από την αρχή.

Το βράδυ το πέρασα άυπνη. Η συγκατοίκηση με ξένους δεν με επηρέασε, αλλά το ροχαλητό ήταν δυνατότερο από αυτό που άντεχα. Ήμουν κουρασμένη, άυπνη αλλά με καλή διάθεση. Εκείνη τη μέρα θα φτάναμε στο οροπέδιο των Μουσών. Η παρέα που είχα δημιουργήσει βοηθούσε πολύ.

Ήρθε η ώρα να συνεχίσουμε. Φορτώθηκα την τσάντα και ο πόνος επέστρεψε. Τα πόδια ήταν βαριά, πολύ βαριά. Η καλή μου διάθεση, η θετική στάση χάθηκαν σε μια στιγμή. Από το πρώτο βήμα σκέφτηκα τις 3μησι ώρες που είχα μπροστά μου, ένιωσα τον πόνο στο σώμα, την απελπισία στην καρδιά. Δεν θα τα κατάφερνα, θα σταματούσα. Πονούσα τόσο πολύ. Ήταν παράλογο αυτό που έκανα στο σώμα μου. Ήταν παράλογο πως με ταλαιπωρούσα έτσι. Περπατούσα και αισθάνθηκα απογοήτευση.

Δεν είχαν περάσει ούτε 5 λεπτά από την ώρα που ξεκινήσαμε και μετρούσα σε πιο βήμα να πω πως σταματάω. Ήθελα να βάλω τα κλάματα παραδεχόμενη την ανικανότητα μου. Η καλή παρέα δεν μπορούσε να απαλύνει τον σωματικό μου πόνο, δεν μπορούσε να αλλάξει την ψυχική μου διάθεση. Δεν εξέφραζα τις σκέψεις μου φωναχτά,
ήμουν σιωπηλή και μετρούσα τα βήματα μου. Ήμουν μόνη στην απόφαση μου. Θα σταματούσα.

Την ώρα που ετοιμαζόμουν να ανακοινώσω την απόφαση που είχα πάρει, με πρόλαβε μια κοπέλα.

Συγνώμη” είπε, “Σταματάω. Πονάω πολύ. Καλύτερα τώρα που είμαστε κοντά στο καταφύγιο. Δεν μπορώ να συνεχίσω”.

Την είδα να φεύγει και δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα μπορούσα να είμαι εγώ στη θέση της. Κάτι μέσα μου θύμωσε, πείσμωσε. Κάτι μέσα μου του ήταν αδύνατον να την ακολουθήσει. Αυτό το κάτι μου είπε “Συνέχισε, θα ανέβεις, θα τα καταφέρεις. Δεν θα την ακολουθήσεις. Εσύ θα ανέβεις στον Όλυμπο.”

Η στιγμή που η κοπέλα σταμάτησε και γύρισε πίσω ήταν για μένα η στιγμή που τα άλλαξε όλα. Ήταν η στιγμή που ένιωσα ότι όσο επιπόλαια και αν είχα πάρει την απόφαση να ανέβω, κάτι μέσα μου το ήθελε πολύ. Δεν ήταν η «αλαζόνας» που μιλήσε, ήταν μία άλλη πλευρά του Εαυτού μου. Αυτή η πλευρά ήθελε να μην σταματήσει,
ήθελε να ανέβει. Αυτή η πλευρά είχε σκιρτήσει την πρώτη φορά που είδε την ανάρτηση αλλά η «τεμπέλα» μου πλευρά γρήγορα την είχε απορρίψει. Η πλευρά που ήθελε να ανέβει δεν άντεξε να βλέπει ότι θα μπορούσε να είναι εκέινη στη θέση της κοπέλας. Αυτή η πλευρά του Εαυτού μου δεν είχε μιλήσει από χθες αλλά ένιωσα ότι στη θέα της κοπέλας που έφευγε «πάτησε πόδι». Αρκετά άφησε τις αρνητικές σκέψεις να της εμποδίζουν τον δρόμο, θα έπερνε την «καλή διάθεση» και θα συνέχιζε προς τα πάνω.

Η υπόλοιπη διαδρομή θα μέινει χαραγμένη μέσα μου. Ανά λίγα μέτρα σταματούσα, πετούσα την τσάντα από πάνω μου, έπαιρνα ανάσες και συνέχιζα. Είχε ομίχλη και δροσιά, θετικό για μένα, γιατί ο ήλιος θα με δυσκόλευε πολύ. Αποδέχτηκα τον αργό ρυθμό μου, την ανάγκη μου να σταματάω ανά λίγα μέτρα. Έδιωξα τις ενοχές ότι
είμαι αργή και καθυστερώ τους άλλους, άλλωστε δεν με περίμεναν. Ένας από τους οδηγούς ήταν μαζί μας πίσω, όπως συνηθίζεται για θέμα ασφάλειας. Το να προσπαθώ να συγκρίνομαι με τους άλλους δεν με βοηθούσε, δεν γινόμουν πιο γρήγορη, αντιθέτως με έριχνε ψυχολογικά. Η παραδοχή ότι σκέφτηκα αλαζονικά, η αναγνώριση και
η αποδοχή της δικής μου κατάστασης με βοήθησε να βρω τον τρόπο και τη δύναμη να συνεχίζω. Μαζί με εμένα ήταν και ένας άνθρωπος που με την παρέα του και τη δική του θετική στάση μου έκανε πιο ευχάριστο τον προσωπικό μου αγώνα. Που και που γυρνούσε να τσεκάρει αν είμαι καλά, χαμογελούσα. Χαμογελούσα αληθινά.

Ήμουν κουρασμένη, πονεμένη αλλά ένιωθα την ψυχή μου καλά. Ήμουν χαρούμενη που ήμουν εκεί. Ένιωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου την έκφραση που λένε “σε οδηγεί η ψυχή σου”. Ένα συναίσθημα που δεν μπορώ να σας το περιγράψω αλλά μου φέρνει συγκίνηση κάθε φορά που η σκέψη μου γυρίζει σε αυτή τη διαδρομή. Ήμουν αποφασισμένη και ψυχικά ήρεμη.

Σε μια λίγο πιο ανηφορική στροφή, αντίκρυσα μπροστά μου για πρώτη φορά το οροπέδιο των Μουσών. Αγαλλίαση, ομορφιά, δέος. “Λίγο ακόμα…. Έφτασες” ψιθύρισε κάτι μέσα μου.

Μετά από μισή ώρα περίπου έφτασα στο καταφύγιο Άποστολίδης’. Άφησα την τσάντα μου. Δεν θα την ξαναφορτωνόμουν για το υπόλοιπο της μέρας. Είχα φτάσει.

Απολογισμός

Πήρα αυτήν την εμπειρία και τη μετέφερα στον θεραπευτή μου. Ανακάλυψα πλευρές του εαυτού μου που εναντιωνόντουσαν στην προοπτική μιας τέτοιας ανάβασης γιατί «δεν ήταν για μένα», την είχε απορρίψει άλλωστε πολύ εύκολα η «τεμπέλα» μου πλευρά, όταν είδε την πρώτη ανάρτηση. Η αλλάγη που είχα τους τελευταίους
μήνες και η νέα, διαφορετική μου στάση απέναντι στη ζωή, ήταν αυτή που με οδήγησε σε αυτό το μονοπάτι. Οι φωνές που στο παρελθόν είχαν δύναμη μέσα μου, ησύχασαν. Τη θέση τους πήραν άλλες φωνές, που ακολούθησαν πιο πηγαίες μου ανάγκες. Ένιωσα ότι αυτή η ανάβαση με “ξεγύμνωσε” από ένα κομμάτι που εξυπηρετεί το “φαίνεσθαι”.

Πριν από αυτήν την εμπειρία, μιλούσα στην προσωπική μου θεραπεία για πλευρές και διαμορφώσεις. Σε αυτή την ανάβαση, κάποιες ήρθαν σε σύγκρουση, κάποιες βρήκαν την ευκαιρία να βγουν μπροστά και κάποιες, όπως η «καλή διάθεση» έκαναν αυτό που είχαν μάθει να κάνουν. Χαρακτηρισμοί που τείνουν να έχουν αρνητική χροιά όπως η «αλαζονεία» φαίνεται να ήταν αυτό που είχα ανάγκη τη δεδομένη στιγμή για να κυνηγήσω κάτι που ακόμα δεν είχε φτάσει στην συνείδηση μου. Εκ του αποτελέσματος και μετά από πολύ προσωπική θεραπευτική δουλειά, ανακάλυψα ότι αυτή η διαμόρφωση, που ονόμασα «αλαζόνας», έχει παίξει αρκετές φορές το ρόλο μιας κινητήριας δύναμης κόντρα στην «απραξία». Αναγνώρισα στην «αλαζόνα» το ρόλο που της είχα δώσει. Ήταν στη θέση να με κάνει να κυνηγώ τα όνειρα μου, να μην πάρω κανένα ρίσκο για τη σωματική μου ασφάλεια αλλά ταυτόχρονα με βγάλει από τη ζώνη ασφαλείας μου. Όταν ήρθα κοντά με την «αλαζόνα», κατανόησα πως έτσι μόνο μπορούσα να κυνηγήσω τα θέλω μου, με ένα επιτακτικό «μπορώ» γιατί οι τόσες πολλές σκέψεις που με κατακλύζουν, συχνά με μπλοκάρουν. Η «αλαζόνας» βγαίνει μπροστά και μπορεί να φαίνεται παράλογη στα μάτια των άλλων, αλλά ακούει φωνές που έχω μέσα μου που εγώ χαμένη στην καθημερινότητα μου, στη ζώνη ασφαλείας μου, δεν τις ακούω.

Δεν είναι λίγες οι φορές που μέσα στην ρουτίνα, στην εικόνα που ήθελα να έχουν οι άλλοι για μένα, στο τι πίστευα εγώ για μένα, είχα διαμορφώσει τα θέλω μου, για να ταιριάζουν ή να είναι αποδεχτά από τους άλλους. Κάποτε χρειαζόμουν έναν λόγο, μία δικαιολογία για να κάνω κάτι που μου αρέσει. Το «μου αρέσει να ταξιδεύω, να γνωρίζω καινούργιους κόσμους» το έκρυψα πίσω από επαγγελματικά ταξίδια. Η διαμόρφωση του «σωστού επαγγελματία» δεν άφηνε περιθώρια για κάτι που μπορεί να φαινόταν χαζό και σπατάλη χρόνου. Στο φτιάξιμο της βαλίτσας με έπιανε ταχυκαρδία από τον ενθουσιασμό και ονειρευόμουν τη στιγμή που θα ένιωθα ότι έφευγα και πήγαινα σε κάτι καινούργιο, κάτι άλλο. Ήταν το σημείο που μια πηγαία μου ανάγκη καλυπτόταν. Ας ήταν και κάτω από
μια άλλη εικόνα. Εξυπηρετούσε το σκοπό της.

Η ανάβαση του βουνού με έφερε για πρώτη φορά τόσο έντονα σε ολιστική επαφή με τον Εαυτό μου. Επαφή με το σώμα, επαφή με τη σκέψη, επαφή με το συναίσθημα, επαφή με το περιβάλλον.

Πραγματικά την ευχαριστήθηκα.

Ηρώ Κάτρη

Προσωποκεντρική Ψυχοθεραπεία 

Επιμέλεια Κειμένου : Κλεοπάτρα Μαθιούδη, Φιλόλογος